Για αυτούς η φύση, τα δάση, τα σπίτια μας, είναι εμπόδιο στις «επενδύσεις» των κολοσσών. Για εμάς είναι η ζωή μας.

Μαζικός αγώνας, να ανατραπεί τώρα η εμπρηστική πολιτική τους.

Κάθε περιοχή της χώρας έχει σήμερα τυλιχτεί στις φλόγες. Δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια να συνεχιστεί το διαρκές έγκλημα που εντείνεται κάθε χρόνο. Χρειάζεται τώρα πραγματική ενίσχυση  και σοβαρό σχέδιο δασοπροστασίας και δασοπυρόσβεσης. Χρειάζεται τώρα να ανατραπεί το μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης που αποψιλώνει το περιβάλλον και προκαλεί την κλιματική κρίση.

Για άλλη μια χρονιά, τεράστιας κλίμακας πυρκαγιές έχουν αφήσει ήδη καταστροφικά αποτελέσματα στην Αττική και σε όλη τη χώρα, ενώ τα πύρινα μέτωπα διαρκώς αυξάνονται. Η μεγάλη πυρκαγιά της Βαρυμπόμπης έχει κάψει πάνω από 12.500 στρέμματα, ενώ μεγάλες πυρκαγιές έχουν ξεσπάσει στην Εύβοια, την Μεσσηνία, την Κω, τη Ρόδο, τη Λακωνία, την Ηλεία, τη Χαλκιδική, το Κιλκίς, την Κρήτη. Λίγες ημέρες έχουν περάσει από την καταστροφική πυρκαγιά στην Αχαΐα, ενώ δεν μπορεί να ξεχαστεί η καταστροφή της πυρκαγιάς στα Γεράνεια Όρη και την Κορινθία στις αρχές του καλοκαιριού.

Παρότι αποφεύχθηκε μέχρι τώρα η χειρότερη εξέλιξη της απώλειας ανθρώπινων ζωών, πρόκειται για μια βιβλική καταστροφή που, ότι και να γίνει από εδώ και πέρα, έχει ήδη αφήσει ανυπολόγιστες βλάβες στο περιβάλλον, τη φύση και τα οικοσυστήματα, αλλά και για την ανθρώπινη ζωή σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Μπροστά σε μια τέτοια καταστροφή, η κυβέρνηση δηλώνει ικανοποιημένη από την «υποδειγματική» εκτέλεση των «επιτελικών σχεδίων» αντιμετώπισης του πυρικού κινδύνου. ΑΙΔΩΣ ΑΡΓΕΙΟΙ!

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη περιφέρει του υπευθύνους αυτής της καταστροφής, τον Πρωθυπουργό, Υπουργούς και κυβερνητικά στελέχη και προκαλούν το λαό που για ακόμη μια φορά βρίσκεται αντιμέτωπος με τον φονικό κίνδυνο ανεξέλεγκτων πυρκαγιών και τις ολέθριες επιπτώσεις της επόμενης ημέρας. Σπίτια και περιουσίες, οικισμοί, χάθηκαν σε μια νύχτα. Ανυπολόγιστος μέχρι σήμερα αριθμός ζώων, ολόκληρων οικοσυστημάτων και ζωικών πληθυσμών εξαφανίστηκε στις φλόγες. Η απώλεια των δασικών εκτάσεων της Αττικής, της Πελοποννήσου, ολόκληρης της χώρας φτάνει μέχρι το σημείο εξαφάνισης.

Η κυβέρνηση  δήλωσε δια στόματος Χρυσοχοΐδη πως «δεν πιάστηκε απροετοίμαστη». Αυτό την κάνει ακόμη περισσότερο ένοχη για το έγκλημα του βρίσκεται σε εξέλιξη. Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλείται τις καιρικές συνθήκες. Υποτίθεται ότι η αυτοί είναι οι λόγοι χαρακτηρισμού της περιόδου ως υψηλού κινδύνου.  Μετά από τέτοια εκθετική αύξηση των πύρινων καταστροφών τα τελευταία έτη, πράγματι, η νέα καταστροφή δεν είναι αποτέλεσμα λάθους, δεν ήταν τυχαία ή αναπότρεπτη.

Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή της κυβέρνησης, που αξιοποίησε μία από τις μεγαλύτερες ανθρώπινες τραγωδίες στη σύγχρονη ιστορία της χώρας μας, την φονική πυρκαγιά στο Μάτι, ως τυμβωρύχος και μόνο για πολιτική υπεραξία, αντί να διδαχθεί και να  φροντίσει για τη γενναία αναδιοργάνωση και ενίσχυση του συστήματος πυροπροστασίας και δασοπροστασίας στη χώρα. Οι επιλογές και οι προτεραιότητες της κυβέρνησης Μητσοτάκη, που εδώ και δύο χρόνια επενδύει αποκλειστικά στην καταστολή, την πρόσληψη αστυνομικών δυνάμεων, περιπολικών και δολοφονικού οπλισμού για την αστυνομία, ή την εξόφληση γραμματίων στα αργυρώνητα ΜΜΕ, σήμερα εκδηλώνουν τις επιπτώσεις τους. Αντί για 1000 ειδικούς φρουρούς που προσέλαβαν για να εισάγουν το Σεπτέμβρη στα πανεπιστήμια με την ΟΠΠΙ σήμερα θα μπορούσαν να δρουν 1000 περισσότεροι πυροσβέστες, ή ακόμη καλύτερα, άλλοι τόσοι περισσότεροι επιστήμονες να είχαν στελεχώσει τη δασική υπηρεσία προλαμβάνοντας την έκταση της καταστροφής. Την ίδια ακριβώς πολιτική καταδίκης των πολιτών αυτής της χώρας ακολούθησαν άλλωστε ακόμη και στην πανδημία του Covid-19, αρνούμενοι να ενισχύσουν το ΕΣΥ, τις ΜΕΘ, το απαραίτητο ιατρικό προσωπικό και εξοπλισμό. Πρόκειται για μια κυνική κυβέρνηση που συνειδητά αδιαφορεί για τις άμεσες επιπτώσεις που θα έχει σε απώλεια ανθρώπινων ζωών η πολιτική της, αρκεί να υπάρχει επαρκής αστυνομία για να καταστείλει όσους διαμαρτύρονται και ικανοποιημένη αυλή μέσων ενημέρωσης για να κρύβουν την πραγματικότητα.

Πρόκειται, ακόμη, για συνειδητή επιλογή διαχρονικά όλων των κυβερνήσεων που επέλεξαν σε μια χώρα με τέτοιες θερμοκρασίες, κλιματικά χαρακτηριστικά και αυξημένη συσχέτιση δασικών και οικιστικών περιοχών, αντί να ενισχύουν την πυροπρόληψη και πυροπροστασία την υποβίβασαν σε μια υπηρεσία εκτάκτων περιστάσεων που υπολειτουργεί, χωρίς σχεδιασμό. Οι προσλήψεις πυροσβεστών μετά την τραγωδία στο Μάτι είναι προφανές ότι δεν επαρκούν στο ελάχιστο για μια χώρα που κάθε καλοκαίρι καίγεται, τα μέσα πυρόσβεσης επίσης δεν επαρκούν ή είναι απαρχαιωμένα. Ακόμη και όσες προμήθειες μέσων πυρόσβεσης έγιναν, στερούνται σοβαρού σχεδιασμού, όπως χαρακτηριστικά συνέβη με τις αγορές αεροσκαφών τύπου καναντέρ που δεν μπορούν να κινηθούν σε κλιματικές συνθήκες υπερθέρμανσης και θερμοκρασίες άνω ων 38 βαθμών κελσίου, όπως αυτές που επικρατούν σήμερα. 

Αλλά και συνολικά το σύστημα αντιμετώπισης του πυρικού φαινομένου στη χώρα μας, έχει αποτύχει και δεν μπορεί να συνεχίσει. Η αποκλειστική αντιμετώπιση των πυρκαγιών εκ των υστέρων, κατασταλτικά, δεν μπορεί να αποτρέψει την καταστροφική έκβαση της φωτιάς στις συνθήκες κλιματικής κρίσης που επικρατούν και ολοένα εντείνονται. Η ίδια η ακατανόητη επιλογή διάσπασης του συστήματος πρόληψης και πυρόσβεσης, που αποτέλεσε η ανάθεση του έργου της καταστολής των πυρκαγιών σε δάση και ύπαιθρο στο Πυροσβεστικό Σώμα, ενώ η πρόληψη και η αποκατάσταση των καμένων εκτάσεων είναι ευθύνη της Δασικής Υπηρεσίας, δείχνει τη βαθιά υποτίμηση των κυβερνήσεων, αλλά και των αυτοδιοικητικών αρχών, διαχρονικά στην ανάγκη να αναπτυχθεί ένας σοβαρός κρατικός σχεδιασμός πρόληψης της εμφάνισης τέτοιων πυρκαγιών που να εξελίσσονται καταστροφικά. Ένας τέτοιος σχεδιασμός απαιτεί έμφαση στην πρόληψη, την επιστημονική παρακολούθηση με προσωπικό πολλών ειδικοτήτων των δασικών χαρακτηριστικών κάθε περιοχής, των κλιματικών εξελίξεων, των βιομηχανικών και οικονομικών δραστηριοτήτων και των επιπτώσεών τους στην όξυνση των κινδύνων πυρός ή πλημμυρών, την συντονισμένη και εμπεριστατωμένη ανάπτυξη αντιπυρικών ζωνών, την ανάπτυξη δυνάμεων και υποδομών δασοπροστασίας, τη διενέργεια καθαρισμών από υλικά που μπορούν να τροφοδοτήσουν μια ανεξέλεγκτη πυρκαγιά.

Υπό τις συνθήκες ακραίου και παρατεταμένου καύσωνα που επικρατεί στη χώρα, που σε συνδυασμό με τις κακοκαιρίες του χειμώνα που πέρασε (Μήδεια, Ιανός) παρέχει αυξημένη διαθέσιμη ξηρή καύσιμη ύλη που διευκολύνει την επέκταση της φωτιάς χωρίς να απαιτούνται ισχυροί άνεμοι,  οι συνθήκες βοούσαν για τον αυξημένο κίνδυνο πυρκαγιών τόσο ανεξέλεγκτων που, όπως οι τωρινές, είναι αυτοτροφοδοτούμενες. Ενώ αυτά ήταν γνωστά, καμία κυβερνητική πρωτοβουλία δεν ανέλαβε την ευθύνη της πρόληψης της καταστροφής, προχωρώντας λόγου χάρη σε καθαρισμό δασικών περιοχών από επικίνδυνα υλικά και παρακολούθηση των επιπέδων της ξηρασίας και ανομβρίας.

Οι επαναλαμβανόμενοι πλέον καύσωνες που προκαλούν τις πυρκαγιές με τέτοια χαρακτηριστικά, και τα ακραία καιρικά φαινόμενα που τείνουν να γίνουν συνήθεια, δεν είναι ούτε αυτά φυσικά φαινόμενα. Το μοντέλο της αδηφάγας ανάπτυξης, που δεν θα σταματήσει μέχρι να καταπατήσει και την τελευταία ρανίδα του περιβάλλοντος και της φύσης, έως εξαντλήσεως της δυνατότητας οικονομικής εκμετάλλευσης, είναι αυτό που έχει οδηγήσει στην κλιματική κρίση. Η αύξηση της στάθμης της θερμοκρασίας στον πλανήτη και στη χώρα μας, συνέπεια της αποψίλωσης των δασών, της εξαφάνισης κάθε πνεύμονα πρασίνου στα αστικά και ημιαστικά περιβάλλοντα, της ενεργειακής σπατάλης των καπιταλιστικών κολοσσών, θα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε ένταση των πυρκαγιών που δεν θα βρίσκουν ούτε τα φυσικά πλέον εμπόδια του κλίματος και ενός ισορροπημένου οικοσυστήματος για να σταματήσουν το καταστροφικό τους πέρασμα. Αντίστοιχα, η καταστροφή των δασών και του ριζικού συστήματος των δέντρων, προκαλεί με τη σειρά της ανεξέλεγκτες πλημμύρες σε κατοικημένες περιοχές, οδηγώντας σε αυτοτροφοδοτούμενες ανθρώπινες τραγωδίες.

Είναι οι περίφημες «επενδύσεις» ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας σε γιγάντια οικονομικά συμφέροντα στο βιομηχανικό, ενεργειακό, εξορυκτικό, τουριστικό κλάδο, που από τη μία προκαλούν και επιταχύνουν την κλιματική καταστροφή, και την ίδια στιγμή την εκμεταλλεύονται για να επεκτείνουν την κερδοφορία τους. Όταν οι πολίτες βλέπουν μπροστά στα μάτια τους κάθε καμένη γη χιλιάδων στρεμμάτων όπως στα Γεράνεια Όρη ή στην Εύβοια να αποτελεί το καλύτερο  φιλέτο να ξεφυτρώσουν οι ανεμογεννήτριες των ενεργειακών κολοσσών, ή όπως η ευρύτερη περιοχή του Τατοίου, που σήμερα είναι αποκαΐδια, να έχει ήδη ανακοινωθεί ότι θα αποτελέσει τον επόμενο στόχο παρεμβάσεων και «επενδύσεων», είναι το μόνο λογικό να προκαλούνται σοβαρότατα ερωτήματα για το ποιοι εξυπηρετούνται από την καταστροφή της ζωής χιλιάδων ανθρώπων. Αλλά και ερωτήματα για το εάν τελικώς η επίμονη αδράνεια του κρατικού μηχανισμού να αντιμετωπίσει με έναν ολιστικό και αποτελεσματικό τρόπο το πρόβλημα δεκαετιών της δασοπροστασίας και των πυρκαγιών, δεν είναι απλώς θέμα ανικανότητας, αλλά ένας μακάβριος τρόπος εξυπηρέτησης των πιο ισχυρών συμφερόντων και επιχειρηματικών σχεδιασμών που σβήνουν το περιβάλλον για να επεκτείνουν την κερδοφορία τους σε κάθε δυνατό πεδίο.

Εάν για αυτούς η φύση, τα δάση μας, τα πουλιά και τα άγρια ζώα, τα σπίτια μας, είναι απλώς έναν εμπόδιο στις επενδυτικές τους δυνατότητες, για εμάς είναι η ζωή και το μέλλον μας.

Οι εργαζόμενοι/ες, οι πολίτες, η νεολαία, τα τοπικά κινήματα, οι δυνάμεις της αριστεράς και του αγώνα πρέπει να συστρατευτούν για έναν μεγάλο αγώνα ενάντια σε αυτήν την καταστροφική πολιτική. Η Ανυπότακτη Αττική θα παλέψει για να μπει ένα τέλος στις εγκληματικές πολιτικές διάλυσης των κρατικών λειτουργιών με κοινωνικό πρόσημο στο βωμό της λιτότητας και της καταστολής στους συνολικούς σχεδιασμούς παράδοσης των δασών, των οικισμών και του περιβάλλοντος σε αδηφάγα σχέδια.

Η διοίκηση της Περιφέρειας Αττικής που έχει υποστεί τις τελευταίες δεκαετίες σχεδόν 1 στις 6 από τις μεγαλύτερες πυρκαγιές της επικράτειας και το 6,3% του συνολικού αριθμού των καμένων εκτάσεων στην επικράτεια, που έχει την τραγική πρωτιά στις απώλειες ανθρώπινων ζωών από πυρκαγιές, είναι συνένοχη για την σιωπή και την συναίνεσή της στη συνέχιση αυτής της πολιτικής.

Το αυτοδιοικητικό κίνημα με πρωτοβουλίες και αγώνες πρέπει να πρωτοστατήσει την διεκδίκηση ενός βιώσιμου για τη φύση και τους ανθρώπους σχεδιασμού προστασίας. Με όλες μας τις δυνάμεις θα αγωνιστούμε να μην πνιγούμε μέσα στην ασφυξία.